Αιχμές κατά Ανδρουλάκη και Κωνσταντοπούλου άφησε ο πρωθυπουργός στη δευτερολογία του. Στη ΔΕΘ οι ανακοινώσεις για τις αυξήσεις στους ένστολους των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους , όπως αποκάλυψε. Επίθεση και στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα για το η θάλασσα δεν έχει σύνορα αλλά και τη συμφωνία των Πρεσπών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής τόνισε ότι η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια υπήρξε γεωπολιτικά αφελής, καθώς με τον πόλεμο στην Ουλρανία φάνηκαν οι ευρωπαϊκές αδυναμίες . Και πρόσθεσε:
«Εδώ φάνηκε ότι κάποιοι από εμάς, οι οποίοι μιλούσαμε για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας εδώ και χρόνια, είχαμε τελικά δίκιο. Διότι η Ευρώπη, και να δανειστώ μια φράση η οποία δεν είναι δική μου αλλά είναι του Προέδρου Macron, «δεν μπορεί σε αυτή τη γεωπολιτική ζούγκλα να προσποιείται ότι είναι ένα φυτοφάγο ζώο εν μέσω πολλών καρνιβόρων (σς σαρκοβόρων)».
Αναφερόμενος στις αυξήσεις που ανακοινώθηκαν για τις Ένοπλες Δυνάμεις, σημείωσε:

Και αυτές τις αυξήσεις μπορούμε να τις δώσουμε αφενός διότι έγιναν κάποιες σημαντικές εξοικονομήσεις και αφετέρου γιατί, ναι, μπορούμε να πατήσουμε πάνω στη ρήτρα διαφυγής, ειδικά για τις Ένοπλες Δυνάμεις, για να μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε και ευρωπαϊκά αυτές οι πρόσθετες δαπάνες να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό και από τις «οροφές» των δαπανών.

Αυτό είναι το ευχαριστώ το οποίο εμείς λέμε στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Και το λέμε με πράξεις, όχι με λόγια.

Μίλησα για τα Σώματα Ασφαλείας και για τις ανακοινώσεις τις οποίες θα κάνουμε στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Εκεί συνιστώ απλά λίγη υπομονή.

Θυμίζω και πάλι, όμως, ότι τα 100 ευρώ αύξηση, πέραν των 30 ευρώ που δόθηκαν ήδη, τα 100 ευρώ αύξηση από 1η Ιουλίου του 2025 θα τα πάρουν όλοι οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας και είναι παραπάνω και από αυτό το οποίο διεκδικούσαν, συμπεριλαμβανομένων -μπορώ να το ανακοινώσω σήμερα- και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι οποίοι και αυτοί αξίζουν αυτό το έκτακτο επίδομα.

Αναλυτικά η δευτερολογία του Κυριάκου Μητσοτάκη

Βρήκα τη συζήτηση αρκετά διαφωτιστική, πρέπει να σας πω, ως προς τα πεδία εκείνα όπου διαπιστώνω ότι μπορεί να υπάρχει μία σχετική σύγκλιση μεταξύ κάποιων, τουλάχιστον, πολιτικών δυνάμεων. Αλλά και, νομίζω, ταυτόχρονα αρκετά αποκαλυπτική ως προς τοποθετήσεις που άκουσα, κυρίως από κόμματα τα οποία προέρχονται από το αριστερό φάσμα, σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονται πραγματικά τις αμυντικές προτεραιότητες και μία εθνική πολιτική θωράκισης των εθνικών συμφερόντων της πατρίδας μας.

Ξεκινώ, λοιπόν, απαντώντας σε κάποιες από τις ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις του κ. Ανδρουλάκη, λέγοντας, επί της αρχής, ότι στην τοποθέτησή σας δεν άκουσα ουσιαστικές διαφοροποιήσεις με το σχέδιο το οποίο παρουσίασα σήμερα ως προς τις εθνικές προτεραιότητες σχετικά με τον αμυντικό σχεδιασμό. Και θα εξηγήσω στη συνέχεια τι ακριβώς εννοώ.

Επιτρέψτε μου, όμως, κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις για το γεωπολιτικό τοπίο μέσα στο οποίο διεξάγεται αυτή η συζήτηση. Είναι ακριβές να πει κανείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια υπήρξε γεωπολιτικά αφελής. Αυτή τη φράση την έχω χρησιμοποιήσει επανειλημμένως, εντός και εκτός συνόρων, όταν διαπίστωνα μία αδυναμία κατανόησης των γεωπολιτικών συσχετισμών και μία, θα έλεγα, αφέλεια ευρωπαϊκή, η οποία στηριζόταν σε ένα πλαίσιο παραδοχών, το οποίο όλοι αντιλαμβάνονταν ότι έπαυε πια να ισχύει.

Το 2017, ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος και νυν Αμερικανός Πρόεδρος, ο Donald Trump, με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, είπε στην Ευρώπη μία μεγάλη αλήθεια. Και η αλήθεια αυτή ήταν ότι μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η Ευρώπη ουσιαστικά απεμπόλησε τις ευθύνες της απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα, εκχωρώντας ουσιαστικά αυτή την αρμοδιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αποτέλεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν μία ασπίδα ασφάλειας στην Ευρώπη, χωρίς όμως η Ευρώπη να κάνει αυτά τα οποία της αναλογούν στα πλαίσια μιας συμμαχίας. Αναφέρομαι εδώ στο ΝΑΤΟ, το οποίο υποχρέωνε τις ευρωπαϊκές χώρες, αν μη τι άλλο, να δαπανούν τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ τους στις αμυντικές δαπάνες. Η Ελλάδα δεν άνηκε ποτέ σε αυτή την κατηγορία, διότι πάντα ήμασταν πάνω από το όριο του 2%.

Αυτή η πραγματικότητα, λοιπόν, δυστυχώς αποκαλύφθηκε σε όλη της την έκταση μετά την απροκάλυπτη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και μετά την επανεκλογή του ίδιου Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος μας είχε ήδη προειδοποιήσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν διατεθειμένες να αναλάβουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος για την προστασία της Ευρώπης. Ουσιαστικά, μας υποχρέωσε να κοιταχτούμε, με απότομο τρόπο, στον καθρέφτη και να αναλογιστούμε τις δικές μας -και αναφέρομαι στις ευρωπαϊκές, για να μην με παρεξηγήσει κανείς-, τις ευρωπαϊκές μας αδυναμίες.

Εδώ φάνηκε ότι κάποιοι από εμάς, οι οποίοι μιλούσαμε για την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας εδώ και χρόνια, είχαμε τελικά δίκιο. Διότι η Ευρώπη, και να δανειστώ μια φράση η οποία δεν είναι δική μου αλλά είναι του Προέδρου Macron, «δεν μπορεί σε αυτή τη γεωπολιτική ζούγκλα να προσποιείται ότι είναι ένα φυτοφάγο ζώο εν μέσω πολλών καρνιβόρων».

Άλλαξαν οι καιροί. Άλλαξε το πλαίσιο το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μεγάλο βαθμό δεν ισχύει πια. Η δύναμη, λοιπόν, της ισχύος είναι σημαντική και αυτό είναι κάτι το οποίο, έστω και με καθυστέρηση, η Ευρώπη αρχίζει να το αντιλαμβάνεται.

Και εδώ θα έλεγα ότι οι πολιτικές δυνάμεις τις οποίες έχει και την τιμή η Νέα Δημοκρατία να εκπροσωπεί, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή τού να προτάξει τα ζητήματα της άμυνας και της ασφάλειας στην Ευρώπη, στον νέο πενταετή κύκλο των ευρωπαϊκών θεσμών ο οποίος άνοιξε τον περασμένο χρόνο.

Και πράγματι γίνονται βήματα, για τα οποία τουλάχιστον μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν μας ικανοποιούν ακόμα ούτε ως προς την ταχύτητα ούτε ως προς την έκτασή τους, αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.

Και εξηγούμαι: η ρήτρα διαφυγής είναι μια επιτυχία. Είναι μια επιτυχία γιατί δίνει τη δυνατότητα για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία σε χώρες οι οποίες δεσμεύονται από τις «οροφές» δαπανών, έτσι ώστε να μπορούν, κάνοντας τους δικούς τους υπολογισμούς, να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, χωρίς αυτή η επιπρόσθετη αύξηση να συνυπολογίζεται στις δαπάνες οι οποίες τίθενται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό μας δίνει κάποια, θέλω να το τονίσω, δημοσιονομική ευελιξία. Η δημοσιονομική ευελιξία δεν είναι απεριόριστη, διότι σε κάθε περίπτωση ο τελικός κριτής δεν είναι μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι οι ίδιες οι αγορές και τελικά η βιωσιμότητα του χρέους μας. Διότι αυτή η ευελιξία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο με φειδώ, διότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη συνολική δημοσιονομική σταθερότητα.

Και θέλω να θυμίσω εδώ ότι το 2020-2021 αυτή η κυβέρνηση πήρε κάποιες δύσκολες αποφάσεις. Οι δύσκολες αποφάσεις αφορούσαν την προώθηση, με μεγάλη ταχύτητα και πάντα με διακρατική συμφωνία και προφανώς και την κύρωση της Βουλής, δύο πολύ σημαντικών αμυντικών προγραμμάτων: για τα Rafale και τις φρεγάτες Belh@rra.

Το κάναμε διότι η κατάσταση την οποία παραλάβαμε, κ. Φάμελλε, το 2019 στις Ένοπλες Δυνάμεις… Δεν θέλω να μιλήσω δημόσια, σε περισσότερες λεπτομέρειες. Θα πω μόνο ότι εκμεταλλευτήκαμε σε ένα βαθμό και την ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής, τη γενική ρήτρα διαφυγής, για να κάνουμε κάποιες σημαντικές αμυντικές επενδύσεις με μεγάλη ταχύτητα.

Και πράγματι, ολοκληρώσαμε δύο πολύ σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα, με διακρατικές συμφωνίες, με απόλυτη διαφάνεια, και το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι καταφέραμε και πήραμε 24 αεροπλάνα Rafale με πυραύλους Meteor και τρεις υπερσύγχρονες φρεγάτες, οι οποίες θα είναι ενταγμένες στον ελληνικό στόλο μέχρι το τέλος του 2026. Καλύψαμε, δηλαδή, με πολύ μεγάλη ταχύτητα ένα μεγάλο επιχειρησιακό κενό το οποίο είχαμε.

Αλλά γνωρίζουμε τα όρια της ρήτρας διαφυγής. Και γι’ αυτό σε καμία περίπτωση αυτή η κυβέρνηση, η οποία έχει επενδύσει τόσο πολύ στη δημοσιονομική σταθερότητα, δεν πρόκειται να επιτρέψει αυτή η δημοσιονομική ευελιξία να οδηγήσει σε τέτοια κατάχρηση που να θέσει σε κίνδυνο συνολικά τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αυτό το γνωρίζει και ο Υπουργός και γνωρίζει ότι η ευελιξία την οποία έχουμε δεν είναι αμελητέα αλλά δεν είναι και απεριόριστη.

Έρχομαι τώρα, κ. Ανδρουλάκη, στο ζήτημα του SAFE. Έχετε δίκιο να λέτε, το είπα και εγώ, εξάλλου, ότι ένα φτηνό χρηματοδοτικό εργαλείο -γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το SAFE, φανταστείτε το ως ένα μεγάλο ευρωπαϊκό δάνειο το οποίο δίνεται σε κράτη μέλη με προνομιακό επιτόκιο, γιατί δανείζεται η Ευρώπη πιο χαμηλά από ό,τι μπορούμε να δανειστούμε εμείς, οπότε, το όφελος μας ουσιαστικά είναι η διαφορά στο επιτόκιο- δεν μπορεί να μας λύσει το πρόβλημα διότι ουσιαστικά προσθέτουμε και άλλο χρέος. Είναι σίγουρα κάποια ανάσα, δεν θα κάνει, όμως, τη διαφορά.

Άρα, είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το οποίο ζητάμε. Και εδώ παραβιάζετε ανοιχτές θύρες, διότι πρώτος έχω μιλήσει για την ανάγκη να υπάρχει για την άμυνα και ένα ευρωπαϊκό ταμείο, το οποίο θα χρηματοδοτήσει ευρωπαϊκές επενδύσεις μέσα από επιχορηγήσεις, και όχι μέσα από δανεικά.

Έχω περιγράψει, μάλιστα, ποια μπορούν να είναι τα έργα εκείνα, κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, τα οποία θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από ένα τέτοιο ταμείο. Και έχω προτάξει, και έχουμε προτάξει ως Ελλάδα -δεν είμαστε μόνοι μας, και η Πολωνία συμφωνεί σε αυτό και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες- έναν ευρωπαϊκό αντιπυραυλικό θόλο, γιατί, όπως καταλαβαίνετε, αν δανειστούμε ευρωπαϊκά θα πρέπει το όφελος να είναι ευρωπαϊκό, δεν μπορεί το όφελος να είναι εθνικό. Θα πρέπει να βρούμε κάποιο πρόγραμμα το οποίο να έχει ευρωπαϊκό όφελος και το οποίο να μπορεί να υποστηρίξει και η ευρωπαϊκή βιομηχανία, εφόσον έχει ορατότητα και γνωρίζει ότι θα γίνουν σημαντικές αγορές σε αυτή την κατεύθυνση. Και ακριβώς αυτή τη λογική υπηρετεί και η ελληνική πρόταση.

Είμαστε εκεί; Όχι, δεν είμαστε ακόμα εκεί. Δεν είμαστε ακόμα εκεί, κ. Ανδρουλάκη. Διότι φαντάζομαι ότι γνωρίζετε ότι ήδη, εν όψει του προϋπολογισμού της επόμενης προγραμματικής περιόδου, 2028-2035, αρχίζει να γίνεται ήδη μια συζήτηση για το πώς θα αποπληρώσουμε τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία έχουμε ευρωπαϊκή υποχρέωση να αρχίσουμε να τα αποπληρώνουμε το 2028. Και αν αυτό δεν αλλάξει -και η Ελλάδα εισηγείται, για να είμαι σαφής, αυτές οι υποχρεώσεις να μετατεθούν στο μέλλον-, τότε το 20%, προσέξτε, το 20% του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού θα κατευθυνθεί στις αποπληρωμές των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αυτό είναι προφανώς κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το κάνουμε δεκτό -γιατί καταλαβαίνετε τις επιπτώσεις που θα έχει αυτό και για τη συνοχή και για τα προγράμματα που αφορούν τον αγροτικό τομέα-, όχι μόνο εμείς, και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Άρα, κάθε φορά που μιλάμε για καινούργια ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να βρούμε και μία φόρμουλα με την οποία αυτά θα μπορέσουμε ευρωπαϊκά να τα ξεπληρώσουμε. Υπάρχει όμως, και θέλω να το τονίσω αυτό, μια αλλαγή στάσης από πολλές χώρες οι οποίες ανήκαν στην κατηγορία των «φειδωλών», όπως η Φινλανδία, παραδείγματος χάρη, οι οποίες για πρώτη φορά συζητούν την έκδοση ευρωπαϊκού χρέους για επιχορηγήσεις για την άμυνα.

Τουλάχιστον, είναι μία πρόοδος. Είναι μία διαδικασία η οποία φαίνεται να κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Μακάρι λοιπόν να έχουμε και τη στήριξη και άλλων πολιτικών ομάδων, και των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, σε αυτή την κατεύθυνση. Νομίζω ότι ως χώρα θα έχουμε όφελος εάν προφανώς συμβεί κάτι τέτοιο, διότι, επαναλαμβάνω, υπάρχουν όρια στο πόσο μπορεί να επιβαρυνθεί ο κρατικός προϋπολογισμός από τις αμυντικές δαπάνες.

Έρχομαι τώρα σε ένα ζήτημα το οποίο τέθηκε από πολλά διαφορετικά κόμματα και το οποίο αφορά την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ποια είναι η ευρωπαϊκή υποχρέωση σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεχθεί επίθεση. Στο ΝΑΤΟ αυτό ονομάζεται άρθρο 5. Θέλω να θυμίσω ότι η Διακήρυξη της Ουάσιγκτον είναι ένα πολύ λιτό κείμενο, που υπεγράφη πριν από 75 χρόνια, το οποίο λέει ξεκάθαρα ότι μία επίθεση εναντίον εντός κράτους μέλους είναι επίθεση εναντίον όλων.

Καταλαβαίνουμε, όμως, ότι το άρθρο 5 δεν είναι απολύτως σαφές ότι μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση από κράτος μέλος του ΝΑΤΟ. Και νομίζω ότι όλοι καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, η ένταση δηλαδή με την οποία η Ευρώπη θα μπορέσει να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους μέλους, αποκτά ξεχωριστή σημασία.

Υπάρχει αυτό σήμερα στις ευρωπαϊκές συνθήκες; Βεβαίως και υπάρχει. Είναι το άρθρο 42, παράγραφος 7 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, το οποίο διαβάζω: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Αυτό υπάρχει ήδη, αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτό. Δεν μιλάμε γι’ αυτό στην Ευρώπη. Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ μιλούν για το άρθρο 5. Δεν μιλούν για το άρθρο 42, παράγραφος 7.

Έχουμε, λοιπόν, εμείς κάθε λόγο το άρθρο 42, παράγραφος 7, να το αναδεικνύουμε ως την «κορωνίδα» της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, διότι αφορά πρωτίστως εμάς. Και μία ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας προφανώς δεν μπορεί να μη συμπεριλαμβάνει μία ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση, ω μη γένοιτο, που ένα ευρωπαϊκό κράτος δεχθεί επίθεση.

Άκουσα κάποια σχόλια, και θέλω απλά να το αποσαφηνίσω, για τη νομοθετική πρόταση που υιοθέτησε η Επιτροπή σχετικά με την ευελιξία στο Ταμείο Συνοχής. Θέλω να είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η ευελιξία, κ. Ανδρουλάκη, δεν είναι υποχρεωτική. Είναι ευελιξία. Κάθε κράτος μέλος, λοιπόν, έχει τη δυνατότητα να επανατοποθετήσει κονδύλια από το Ταμείο Συνοχής, όχι μόνο για την άμυνα, αλλά και για τη στέγαση και για έργα ανθεκτικότητας υδάτων, για έργα interconnectors, διασυνδέσεις δηλαδή ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυα και υποδομές φόρτισης. Αυτές ήταν ελληνικές διεκδικήσεις.

Αυτό δεν είναι υποχρεωτικό. Δεν χάνουμε λεφτά από τη Συνοχή. Θέλω να είμαι τελείως σαφής και ξεκάθαρος: τα λεφτά της Συνοχής, του ΕΣΠΑ δηλαδή, για να το πω πολύ απλά, είναι τα ίδια. Εξασφαλίσαμε, όμως, μεγαλύτερη ευελιξία, για να κατευθύνουμε υφιστάμενους πόρους από τη Συνοχή σε έργα στα οποία συμπεριλαμβάνεται η άμυνα -εμείς δεν έχουμε πρόθεση να το κάνουμε- αλλά και σε άλλα έργα τα οποία αφορούν κυρίως ύδατα και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα οποία είναι απολύτως κρίσιμα για εμάς.

Θέλω να κάνω μία αναφορά, γιατί μου έκανε εντύπωση που κανείς δεν το σχολίασε, γιατί μιλάμε συχνά για προβολή ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο, θα έλεγα, συμπλέει η εξωτερική πολιτική με την αμυντική πολιτική. Κάνατε μία αναφορά, κ. Ανδρουλάκη, στον «νόμο Μανιάτη», ο οποίος καθορίζει ουσιαστικά τα οικόπεδα προς εκμετάλλευση από εταιρείες που ενδιαφέρονται για έρευνα στο πεδίο των υδρογονανθράκων. Πρώτος εγώ, στην πρώτη μου δήλωση, αναγνώρισα ότι πράγματι τα οικόπεδα αυτά χαράχθηκαν το 2014, από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Προκηρύχθηκαν, δεν υπήρχε ενδιαφέρον τότε για τα οικόπεδα νοτίως της Κρήτης. Με αυτή την κυβέρνηση εκδηλώθηκε ενδιαφέρον, και από την ExxonMobil και από τη Chevron.

Άρα, προφανώς, επειδή άκουσα πάλι κατηγορίες για την ηγεσία -δεν τα είπατε εσείς, τα είπαν άλλοι- του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κάτι καλό έκαναν αυτοί οι άνθρωποι για να μπορέσουν, μαζί με τον προκάτοχό τους -θέλω να κάνω μια ξεχωριστή αναφορά στον κ. Σκυλακάκη-, για να μπορέσουν οι εταιρείες αυτές να έρθουν στην Ελλάδα.

Και προφανώς αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη σημασία τού να υπάρχουν σήμερα δύο αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες τι κάνουν; Γιατί καλά τα λόγια, είναι ωραία τα λόγια. Έρχονται και λένε: «κυριαρχικά δικαιώματα νοτίως της Κρήτης ασκεί η Ελλάδα. Γι’ αυτό συνομιλούμε με την Ελλάδα».

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Τι είπατε; Δεν σας άκουσα. Ναι, συμφωνούν. Ωραία, καλό είναι αυτό. Διαπιστώνω μεγαλύτερη σύμπνοια στα θέματα αυτά. Εκτός αν δεν πιστεύετε ότι είναι καλό αυτή τη στιγμή η Ελλάδα, γιατί είναι και αυτή μια άποψη, μπορώ να την ακούσω, μπορεί κάποιος να μου πει εδώ, που είναι μια θεμιτή άποψη, ενδεχομένως να είναι η άποψή σας, δεν ξέρω, γιατί έχω μπλεχτεί γενικά με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί κάποιος να πει ότι «εγώ δεν θέλω να κάνω καμία έρευνα υδρογονανθράκων». Μπορεί κάποιος να το πει αυτό το πράγμα.

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Εγώ απάντησα με τις πράξεις των ανθρώπων, όχι με λασπολογία και δολοφονία χαρακτήρα.

Εσείς μπορεί να έχετε την άποψη, κ. Φάμελλε, ότι η χώρα δεν πρέπει να προχωράει σε έρευνες υδρογονανθράκων. Καλό θα είναι να το αποσαφηνίσετε και να το πείτε αν είναι.

Η δική μας άποψη είναι ότι από τη στιγμή που θα χρειαστούμε φυσικό αέριο για τα επόμενα 30 χρόνια τουλάχιστον, από το να πληρώνουμε πολλά δισεκατομμύρια για να εισάγουμε φυσικό αέριο, είναι πολύ καλύτερο να διερευνήσουμε αν έχουμε δικό μας φυσικό αέριο παρά να το πληρώνουμε και να το εισάγουμε επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έρχομαι, λοιπόν, στο πού αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια στοιχειώδης συναντίληψη σε αυτή την αίθουσα, από αυτούς τουλάχιστον που ασχολήθηκαν με το αντικείμενο, διότι υπήρχαν και κάποιοι ή κάποιες που μίλησαν για τελείως άσχετα θέματα. Θα επανέλθω και σε αυτό στη συνέχεια.

Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια βασική συναντίληψη στο γεγονός ότι σε ένα σύγχρονο θέατρο επιχειρήσεων η τεχνολογία και η καινοτομία παίζουν κρίσιμο ρόλο. Και σε αυτό το οποίο είπε ο κ. Βελόπουλος, «μα καλά θα κάνετε 12ετές πρόγραμμα όταν αλλάζουν όλα τόσο γρήγορα;», ένα όχι παράλογο επιχείρημα θα έλεγα, η απάντηση είναι ότι κάθε τρία χρόνια το πρόγραμμα αυτό αναθεωρείται.

Εμείς έχουμε έναν συνολικό δημοσιονομικό χώρο, αλλά προφανώς το πρόγραμμα αυτό δεν είναι, ως προς κάποια προγράμματα, μακροπρόθεσμο. Προφανώς καταλαβαίνετε ότι αν η χώρα έχει αποφασίσει, και σωστά κατά την άποψη μας, να προμηθευτεί μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35, αυτό προϋποθέτει μια πολύ μακροπρόθεσμη επένδυση. Διότι δεν μιλάμε μόνο για την αγορά των αεροσκαφών, μιλάμε για σημαντικές υποδομές οι οποίες πρέπει να γίνουν στην Ανδραβίδα, γιατί εκεί θα φιλοξενηθούν, και οι οποίες προφανώς απαιτούν ένα μακροχρόνιο σχεδιασμό.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν παρακολουθούμε τις εξελίξεις και δεν βλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή η τεχνολογία τρέχει τόσο γρήγορα που ενδεχομένως κάτι το οποίο θεωρούσαμε ότι μπορεί να είναι πλεονέκτημα της Τουρκίας, τα αργά, βαριά drones, ενδεχομένως τελικά σε ένα θέατρο επιχειρήσεων να μην είναι τόσο μεγάλο πλεονέκτημα όσο κάποιοι πίστευαν. Και να έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον να έχει κανείς ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό μικρών drones, πολλά εκ των οποίων μπορούν να κινούνται και με τεχνητή νοημοσύνη. Ή πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον μπορεί να έχει όχι μόνο αυτό, αλλά η δυνατότητά σου κάθε 15 μέρες, κάθε 30 μέρες να μπορείς να επικαιροποιείς τα συστήματα επικοινωνίας έτσι ώστε αυτά να μην είναι αντικείμενα παρεμβολών.

Ευτυχώς, και θέλω να το τονίσω αυτό, έχουμε την τύχη να έχουμε, ή είχαμε την προνοητικότητα, θα έλεγα, να έχουμε έναν αρχηγό του Γενικού Επιτελείου ο οποίος ο ίδιος είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και ο οποίος καταλαβαίνει τεχνολογία και νομίζω ότι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, αν αντιληφθεί κανείς το είδος των επενδύσεων που πρέπει να κάνουμε από εδώ και στο εξής. Άρα, νομίζω ότι λέμε με σαφήνεια ότι αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η συμπαραγωγή, οι δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Δεν θέλω να μιλήσω για την κατάσταση στην οποία παραλάβαμε ούτε την ΕΑΒ ούτε τα ΕΑΣ. Κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια αυτή τη στιγμή, ειδικά και στην ΕΑΒ, για να μπορέσουμε να την ανατάξουμε πλήρως και σε πρώτη φάση να είναι σε θέση να υλοποιήσει το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των F-16 σε Viper.

Για τα ΕΑΣ, ναι, αυτή την στιγμή προχωρούμε σε μια σύμπραξη με μια σημαντικότατη εταιρεία από την Τσεχία, προκειμένου να μπορούμε να μπούμε δυναμικά στην παραγωγή πυρομαχικών τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα.

Διότι όταν λέτε ότι τα ΕΑΣ έκαναν τζίρο, ναι, δεν μας είπατε και με τι κόστος τον έκαναν τον τζίρο αυτό. Εάν είναι να κάνουν τζίρο και το κόστος παραγωγής να είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από τα έσοδα, τότε δεν νομίζω ότι αυτή είναι μια βιώσιμη επιχείρηση. Άρα, ο σκοπός είναι οι επιχειρήσεις αυτές να είναι και βιώσιμες, όχι απλώς να κάνουν τζίρο. Λοιπόν, γιατί ήταν βαθιά προβληματικές και ζημιογόνες επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει πλήρως να αναταχθούν.

Επιτρέψτε μου, όμως, να σταθώ λίγο περισσότερο, γιατί δεν νομίζω ότι του δώσατε αρκετά μεγάλη σημασία, στη δουλειά η οποία γίνεται στο ΕΛΚΑΚ, αλλά και στη δυνατότητα ιδιωτικών επιχειρήσεων, μεγάλων και μικρών, να μπορέσουν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συμπαραγωγή.

Δημιουργούμε ουσιαστικά μια καινούργια αγορά, για να το πω με απλά λόγια. ελληνικές επιχειρήσεις, κάποιες μεγάλες, κάποιες μικρότερες, αντιλαμβάνονται ότι το κομμάτι της άμυνας προσελκύει πια μεγάλο ενδιαφέρον. Και είναι διατεθειμένες να επενδύσουν, να πάρουν επιχειρηματικό ρίσκο και να αναπτύξουν καινούργια συστήματα, τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα για τις Ένοπλες Δυνάμεις και να καταλήξουν όχι μόνο να πάρουν μεγαλύτερες παραγγελίες, αλλά να εξάγουν και τα συστήματα αυτά στην Ευρώπη.

Επαναλαμβάνω: η παραγωγική βάση σήμερα της Ευρώπης δεν είναι ικανή για να καλύψει τις ανάγκες τις οποίες έχει η ίδια η Ευρώπη. Και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα και γι’ αυτό και θα χρειαστεί να μπορέσουμε να επενδύσουμε περισσότερο για να αναπτύξουμε αυτή τη βιομηχανία, τις διαλειτουργικότητες, τις παραγγελίες από κοινού.

Εάν θέλουμε να παραγγείλουμε ένα οπλικό σύστημα και μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα θέλει να παραγγείλει ακριβώς το ίδιο, δεν υπάρχει κανείς λόγος γιατί να βάλουμε δύο ξεχωριστές παραγγελίες. Μπορούμε να πάμε μαζί και να διεκδικήσουμε και καλύτερες τιμές. Όλα αυτά προβλέπονται στον καινούργιο κανονισμό και στο καινούργιο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση τέτοιων δαπανών.

Και τέλος, για τα ζητήματα των διαθεσιμοτήτων, έγινε κουβέντα γι’ αυτό. Νομίζω το είπατε εσείς, κ. Φάμελλε: «πόσα C-130 πετάνε σήμερα;». Δεν θυμάμαι ποιος το ρώτησε; Εσείς. Ωραία. Να σας πω πόσα πετούσαν το 2019; Το ξέρετε. Μισό, κ. Φάμελλε. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.

Έχουμε φτάσει πια σε ένα σημείο να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι μπορούμε να έχουμε μέχρι το τέλος του χρόνου έξι C-130, έξι C-27, απολύτως επιχειρησιακά. Είναι μια μεγάλη πρόοδος. Δεν είμαστε ακόμα εκεί που θέλουμε να είμαστε, αλλά είναι μια μεγάλη πρόοδος. Και ήταν μια ιστορική αμαρτία το γεγονός ότι δεν δίναμε καμία έμφαση στις follow on support. Το ίδιο πρόβλημα έχουμε με τα NH90. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Γι’ αυτό και είναι καλύτερο να αγοράζουμε ενδεχομένως λιγότερα στην αρχή, για να το πω πολύ απλά και λαϊκά, και να έχουμε εξασφαλισμένη την υποστήριξη σε βάθος χρόνου, από το να εντυπωσιάζουμε και να λέμε «τα πήραμε, τι ωραία που είναι», και μετά από τρία χρόνια να διαπιστώνουμε ότι η διαθεσιμότητα έχει πάει στα τάρταρα.

Αυτό αλλάζει. Αλλάζει και γι’ αυτό ένα σημαντικό κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας πηγαίνει ακριβώς στην υποστήριξη συστημάτων, των καινούργιων προφανώς, αλλά και των παλιών συστημάτων, τα οποία δεν μπορούν να απαξιώνονται. Διότι αν θέλεις να βάλεις μπροστά ένα σύστημα τέτοιο, στοιχίζει πάρα πολλά χρήματα εάν τα έχεις παρατήσει.

Και δυστυχώς, υπάρχουν και προβληματικές, πολύ προβληματικές συμβάσεις, τις οποίες κληρονομήσαμε από το παρελθόν. Μια επιλογή «διαμάντι» την οποία είχατε κάνει, κ. Φάμελλε, τα περίφημα P-3, τα αεροπλάνα ναυτικής υποστήριξης. Η πρώτη σας επιλογή, το πρώτο εξάμηνο, επιλέξατε να ανακαινίσετε ένα αεροπλάνο το οποίο είχε κατασκευαστεί πριν γεννηθώ, αεροπλάνο του 1967. Εν πάση περιπτώσει, πήρατε αυτή την απόφαση. Ήμασταν δεσμευμένοι, καταφέραμε με χίλια ζόρια να πετάξει το πρώτο.

Υπεγράφη αυτή η σύμβαση το 2015 και το πρώτο P-3 πετάει τώρα. Τουλάχιστον τη βάλαμε σε μία τάξη. Μας στοίχισε πολύ ακριβά, τουλάχιστον να πάρουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Δική σας επιλογή και του Υπουργού Εθνικής Αμύνης σας, για να μην ξεχνιόμαστε.

Έρχομαι τώρα λίγο στα ζητήματα, δεν θα πω πολλά γι’ αυτά τα οποία είπατε, κ. Φάμελλε, μου θύμισαν λίγο… Έχω την εντύπωση ότι πλανάται στην αίθουσα ένα πρόσωπο το οποίο δεν είναι σήμερα εδώ στην αίθουσα, ναι, δίνει διαλέξεις αυτή τη στιγμή, γράφει και κείμενα στρατηγικής πυξίδας, στα οποία καταφέρνει να λέει πολλές φορές το ίδιο και το ακριβώς αντίθετο, σαν αυτό να αποτελεί εθνική στρατηγική.

Αλλά πιστεύω ότι αν πάρουμε ανθρώπους στο δρόμο και τους ρωτήσουμε «τι ακριβώς θυμάστε από την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ;», νομίζω θα σας πούν δύο πράγματα. Το πρώτο που θα σας πουν…

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Ναι, οι 17 ώρες δεν είναι εξωτερική πολιτική. Θα έρθω σε αυτό στη συνέχεια, γιατί αφορά την κα Κωνσταντοπούλου. Είναι ενδιαφέρον αυτό.

Το πρώτο που θυμούνται είναι ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα». Αυτό θα το θυμούνται σίγουρα. Αυτό ειπώθηκε, και όχι απλά ειπώθηκε, υλοποιήθηκε και ως πολιτική, η πολιτική των ανοιχτών συνόρων. Αυτό θα το θυμούνται σίγουρα, το θυμάται και η χώρα. Μας πλήγωσε πάρα πολύ.

Και το δεύτερο το οποίο θυμούνται προφανώς, το δεύτερο το οποίο θυμούνται είναι τη Συμφωνία των Πρεσπών και την αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας και «μακεδονικής» εθνότητας, και τώρα βλέπουμε τα προβλήματα που αυτή η επιλογή άφησε. Αυτά, λοιπόν, πιστεύω ότι θυμούνται από τις δικές σας μέρες και δεν νομίζω ότι θέλουν να επιστρέψουμε εκεί.

Έρχομαι, λοιπόν, τώρα σε κάποια ερωτήματα τα οποία τέθηκαν ρητορικά, πιστεύω. Είμαστε σήμερα πιο ισχυροί απ’ ό,τι ήμασταν το 2019; Νομίζω ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ κακοπροαίρετος να πει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση σήμερα από ό,τι ήταν το 2019, γιατί προφανώς έγιναν σημαντικές επενδύσεις. Έγιναν από το υστέρημα του ελληνικού λαού. Αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σήμερα οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι ήταν το 2019.

Και προφανώς αυτό δεν αφορά μόνο τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, αφορά και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Επειδή άκουσα διάφορα, και νομίζω κάποια δικαιολογημένα, άκουσα από πολλούς να λένε: «σήμερα δεν είναι ελκυστικές οι Ένοπλες Δυνάμεις ως καριέρα για ένα νέο παιδί 18 χρονών το οποίο σκέφτεται τι θα κάνει στη ζωή του».

Και σε ένα βαθμό αυτό είναι σωστό. Και πράγματι δεν γίνεται αυτή τη στιγμή να αναθέτουμε, ας το πούμε, σε έναν πλωτάρχη να κυβερνήσει ένα σκάφος το οποίο μπορεί να στοιχίζει δεκάδες, μπορεί και εκατοντάδες εκατομμύρια και να μην αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος ότι έχει μια ανταμοιβή αντάξια της πολύ λεπτής αποστολής την οποία καλείται να επιτελέσει.

Αυτή, λοιπόν, την πραγματικότητα αυτή η κυβέρνηση έρχεται και τη διορθώνει. Όταν εμείς ερχόμαστε σήμερα και λέμε ότι για έναν πλωτάρχη ο οποίος έχει 18 χρόνια υπηρεσία, από τα τέλη 2025, αρχές 2026 θα μπορέσει να πάρει μια αύξηση που για όλο το έτος του 2026 θα ισοδυναμεί με 5.500 ευρώ, είναι μια σοβαρή αύξηση αυτή την οποία εισηγείται το Υπουργείο. Και αντίστοιχες αυξήσεις υπάρχουν για όλα τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.

Και αυτές τις αυξήσεις μπορούμε να τις δώσουμε αφενός διότι έγιναν κάποιες σημαντικές εξοικονομήσεις και αφετέρου γιατί, ναι, μπορούμε να πατήσουμε πάνω στη ρήτρα διαφυγής, ειδικά για τις Ένοπλες Δυνάμεις, για να μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε και ευρωπαϊκά αυτές οι πρόσθετες δαπάνες να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό και από τις «οροφές» των δαπανών.

Αυτό είναι το ευχαριστώ το οποίο εμείς λέμε στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Και το λέμε με πράξεις, όχι με λόγια.

Μίλησα για τα Σώματα Ασφαλείας και για τις ανακοινώσεις τις οποίες θα κάνουμε στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Εκεί συνιστώ απλά λίγη υπομονή.

Θυμίζω και πάλι, όμως, ότι τα 100 ευρώ αύξηση, πέραν των 30 ευρώ που δόθηκαν ήδη, τα 100 ευρώ αύξηση από 1η Ιουλίου του 2025 θα τα πάρουν όλοι οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας και είναι παραπάνω και από αυτό το οποίο διεκδικούσαν, συμπεριλαμβανομένων -μπορώ να το ανακοινώσω σήμερα- και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι οποίοι και αυτοί αξίζουν αυτό το έκτακτο επίδομα.

Έρχομαι τώρα, για να κλείσω την τοποθέτησή μου, με μια αναφορά σε αυτά τα οποία είπε η κα Κωνσταντοπούλου. Πρώτον, το ενδιαφέρον σας για τις γυναικοκτονίες, κα Κωνσταντοπούλου, είναι καταγεγραμμένο και απολύτως σεβαστό. Δεν θεωρώ, όμως, ότι έχετε κάποια παραπάνω ευαισθησία εσείς για το ζήτημα αυτό απ’ ό,τι έχουμε εμείς, απ’ ό,τι έχει ο οποιοσδήποτε σε αυτή την αίθουσα.

Η διαφορά είναι ότι εσείς δεν ασκείτε και δεν έχετε κυβερνητικές ευθύνες, ενώ εμείς έχουμε. Και η διαφορά είναι ότι στο ζήτημα αυτό έχουμε να επιδείξουμε μια πολιτική η οποία ήδη φέρνει μετρήσιμα αποτελέσματα. Όταν σήμερα η Ελληνική Αστυνομία έχει εξετάσει, συνολικά το 2024, περί τα 20.000 περιστατικά, αυτό είναι μια σημαντική πρόοδος.

Και ξέρετε γιατί είναι πρόοδος; Είναι πρόοδος γιατί οι γυναίκες αισθάνονται σήμερα ότι μπορούν να εμπιστευτούν την Ελληνική Αστυνομία για ένα τέτοιο περιστατικό, να το καταγγείλουν και αυτό το περιστατικό να το διαχειριστεί η Ελληνική Αστυνομία με επαγγελματισμό. Υπάρχουν πάντα και αστοχίες που οδηγούν σε τραγωδίες. Και σε αυτές το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σκύψουμε το κεφάλι και να πούμε: «ναι, θα κοιτάξουμε να γίνουμε καλύτεροι».

Αλλά δεν μπορείτε, δεν έχετε δικαίωμα να έρχεστε σε αυτή την αίθουσα εν είδει εθνικού εισαγγελέα και να καταγγέλλετε, αφορίζοντας πολιτικές οι οποίες έχουν ήδη αποτέλεσμα. Γιατί δεν πάτε να μιλήσετε, αφού ενδιαφέρεστε τόσο πολύ, στις γυναίκες που έχουν το panic button; Το πήραν το panic button και ενεργοποιείται το panic button και το panic button έχει σώσει ζωές. Δεν το ξέρετε; Αδιάφορο είναι αυτό τελείως; Είναι κάτι το οποίο πρέπει να το προσπεράσουμε ωσάν να μην έχει γίνει;

Ότι σήμερα έχουμε 73 υπηρεσίες αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας, στελεχωμένες ως επί το πλείστον με γυναίκες αξιωματικούς, στα αστυνομικά τμήματα, με τελείως διαφορετική εικόνα, που μια γυναίκα μπορεί εκεί να πάει να μιλήσει και να αισθανθεί πιο προστατευμένη.

Είμαστε εκεί όπου θέλουμε; Όχι, δεν είμαστε εκεί όπου θέλουμε. Πάντα υπάρχει το καλύτερο. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχετε το δικαίωμα να έρχεστε εδώ και να αφορίζετε μια πολιτική η οποία μέχρι σήμερα έχει να δείξει μετρήσιμα αποτελέσματα. Και το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ότι οι γυναίκες έχουν το θάρρος πια, έχουν το θάρρος να καταγγείλουν αυτή την…

(Ομιλίες εκτος μικροφώνου)

Το βρήκαν το θάρρος από την εμπιστοσύνη την οποία έχουν στην Ελληνική Αστυνομία, σίγουρα όχι από αυτά που λέτε εσείς. Γιατί κάπου το βρήκαν το θάρρος. Όσο περισσότεροι μιλούν γι’ αυτό το θέμα τόσο το καλύτερο. Όλοι μπορεί να έχουν έναν ρόλο στην παραπάνω ευαισθητοποίηση.

Αλλά, από το να μιλάμε για το ζήτημα αυτό και να αισθάνεται κάποιος ότι αυτό είναι ένα θέμα το οποίο τον απασχολεί -και είναι δικαίωμα σας να θέτετε τις δικές σας προτεραιότητες, και για εμάς είναι προτεραιότητα- μέχρι να αφορίζει όλα αυτά τα οποία έχουν γίνει, υπάρχει μία απόσταση.

Όμως, βρίσκω ενδιαφέρον το γεγονός ότι συζητάμε και για άλλα θέματα πλην της μονοθεματικότητας η οποία σας έχει απασχολήσει στον δημόσιο διάλογο τους τελευταίους μήνες, και αναφέρομαι στην τραγωδία των Τεμπών, είναι ενδιαφέρον αυτό διότι, ξέρετε, όσο μιλάτε για τα θέματα αυτά αρχίζει και καταλαβαίνει ο κόσμος ποιες είναι οι θέσεις τις οποίες πραγματικά πρεσβεύετε.

Και νομίζω εδώ, επιτρέψτε μου να σταχυολογήσω τρεις συγκεκριμένες: «εμείς δεν αγαπάμε κανένα νόμισμα, αγαπάμε τον λαό». Όλοι αγαπάμε τον λαό, αλλά έχουμε νόμισμα το ευρώ και θέλουμε να το υπερασπιστούμε, δεν θέλουμε να πάμε στη δραχμή.

Είναι απολύτως θεμιτό, και εγώ σας αναγνωρίζω μία ειλικρίνεια, κα Κωνσταντοπούλου. Μία ειλικρίνεια και στη θέση στην οποία ήσασταν όταν ήσασταν Πρόεδρος της Βουλής. Φύγατε από τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί θεωρήσατε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε όντως μία τεράστια «κολοτούμπα». Θέλατε να οδηγήσετε τη χώρα στη δραχμή και στην άτακτη έξοδο από το ευρώ. Αυτή είναι η αλήθεια, γιατί δεν το λέτε;

Είναι η άποψή σας, είναι η πολιτική σας. Γιατί δεν έχετε το θάρρος να την υπερασπιστείτε και να το πείτε δημόσια; Το εννοήσατε περίπου. Να το πείτε και δημόσια, όμως. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι Έλληνες -και σήμερα ενδεχομένως- οι οποίοι πιστεύουν ότι αυτό να είναι το καλύτερο. Πιστεύω ότι είναι μια μειοψηφία, πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση έχει κλείσει οριστικά. Αν θέλετε να την επαναφέρετε στον δημόσιο διάλογο, να το κάνετε με θάρρος, όμως. Με θάρρος και όχι με ημίμετρα.

Το δεύτερο, λοιπόν, το οποίο άκουσα στην τοποθέτησή σας και αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί μας διαβάσατε…

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Μην εκνευρίζεστε, θα τα ακούσετε.

Λοιπόν, μας μιλήσατε για την ιδρυτική σας διακήρυξη. Και άκουσα καλά ότι η ιδρυτική σας διακήρυξη περιγράφει μια Ελλάδα, «ένα μεγάλο ανοιχτό περιβόλι, το οποίο θα υποδέχεται τον κάθε κατατρεγμένο, είτε αυτός δικαιούται άσυλο είτε αυτός είναι αποτέλεσμα οικονομικής εκμετάλλευσης».

Όχι, κα Κωνσταντοπούλου, η Ελλάδα δεν είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε» με αυτή την κυβέρνηση. Έχει σύνορα, προστατεύουμε τα σύνορά μας. Σεβόμαστε απόλυτα αυτούς οι οποίοι έχουν δικαίωμα ασύλου και στους οποίους το χορηγούμε, αλλά είμαστε επίσης απολύτως ξεκάθαροι: αν θέλεις να μπεις παράνομα στην Ελλάδα και δεν δικαιούσαι άσυλο, θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να σε στείλουμε πίσω από εκεί που ήρθες.

Και με οργανωμένο τρόπο θα υποδεχθούμε εκείνους τους οικονομικούς μετανάστες, που εμείς θα καθορίσουμε πόσους και ποιους χρειαζόμαστε. Δεν θα κάνουν κουμάντο οι διακινητές και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που συνεργάζονται μαζί τους, στο ποιος θα μπαίνει στην πατρίδα μας. Άρα, να μία δεύτερη μεγάλη διαφορά μας.

Πράγματι, είμαστε από δύο διαφορετικούς κόσμους και καλό είναι αυτό να το εξηγούμε και να μιλάμε λίγο περισσότερο γι’ αυτά τα οποία πρεσβεύετε, τώρα που έχετε πάρει και δημοσκοπική ορμή, αέρα, έχετε αέρα δημοσκοπικό στα πανιά σας, προς μεγάλη θλίψη του κ. Ανδρουλάκη. Είχα προβλέψει την εξέλιξη αυτή, βέβαια, γιατί όταν πας και ταυτίζεσαι με τα πιο ακραία στοιχεία, οι πολίτες θα επιλέξουν το πρωτότυπο και όχι το αντίγραφο. Το αφήνω στην άκρη αυτό.

Και το τρίτο, πραγματικά για την άμυνα τι λέτε; Μιλήσατε για τον πατριωτισμό, κάνατε αναφορές στο 1940, αλλά δεν μου λέτε: αν η χώρα δεχθεί επίθεση, με καρδούλες και με μαργαρίτες θα αντιμετωπίσουμε τον εχθρό; Πώς το καταλαβαίνετε, δηλαδή; Πρέπει ή δεν πρέπει η χώρα να έχει αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις, αν χρειαστεί, που να προβάλλουν ισχυρή αποτροπή; Καλές οι καρδούλες, αλλά όχι στην άμυνα.

Έρχομαι, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για να κλείσω -και ζητώ συγγνώμη γιατί πήρα παραπάνω χρόνο, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να δώσω αυτές τις αποσαφηνίσεις- τελειώνοντας από εκεί που ξεκίνησα. Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας θα παρουσιάσει στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής τις λεπτομέρειες του εξοπλιστικού προγράμματος.

Θέλω να ζητήσω τη μέγιστη δυνατή στήριξη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, διότι αυτή η πολιτική είναι μια πολιτική που σίγουρα ξεπερνά τον ορίζοντα αυτής της κυβέρνησης, αλλά είναι μία πολιτική η οποία έχει εθνικά χαρακτηριστικά, διότι εδώ συντελείται ένας μεγάλος μετασχηματισμός. Δεν είναι μόνο μια πολιτική αγοράς οπλικών συστημάτων, είναι μία πολιτική, ίσως, κατά την άποψή μας, η πιο σοβαρή πολιτική μεταρρύθμισης Ενόπλων Δυνάμεων, που χρειάζονται μεγάλες και τολμηρές αλλαγές.

Και όσο μεγαλύτερη στήριξη έχουμε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τόσο πιο αποτελεσματικοί θα είμαστε στην υλοποίηση της πολιτικής μας και τόσο πιο πολύ θα στείλουμε και ένα μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι, ασχέτως των διαφορών μας σε άλλα θέματα, στην εθνική άμυνα τουλάχιστον μπορούμε και πρέπει να ομονοούμε.

Ολες οι Ειδήσεις

Ειδήσεις Top Stories

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Bigpost.gr

Ακολουθήστε το Bigpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Κάνε Like στη σελίδα μας στο facebook